Το Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ, ένα από τα βασικά ερευνητικά ιδρύματα του Ισραήλ, βρίσκεται στο επίκεντρο μιας νέας μελέτης που θα μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι νευροεκφυλιστικές παθήσεις του εγκεφάλου. Ερευνητές του, υπό την καθηγήτρια Illana Gozes, παρουσίασαν ευρήματα σύμφωνα με τα οποία το πειραματικό φάρμακο Davunetide μπορεί να επιβραδύνει σημαντικά την εξέλιξη της προϊούσας υπερπυρηνικής παράλυσης (PSP) στις γυναίκες — οι οποίες εμφάνισαν εντυπωσιακά διαφορετική απόκριση στη θεραπεία σε σχέση με τους άνδρες. Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Molecular Psychiatry.
- Η επανάλυση δεδομένων από διεθνή κλινική δοκιμή 52 εβδομάδων με πάνω από 300 ασθενείς έδειξε όφελος για τις γυναίκες.
- Οι γυναίκες που έλαβαν Davunetide παρουσίασαν σημαντική επιβράδυνση της νόσου, ενώ στους άνδρες δεν καταγράφηκε αντίστοιχο αποτέλεσμα.
- Η PSP είναι σπάνια και θανατηφόρα νόσος για την οποία δεν υπάρχει σήμερα αποτελεσματική φαρμακευτική θεραπεία.
Η PSP προκαλείται από την παθολογική συσσώρευση της πρωτεΐνης tau στον εγκέφαλο και οδηγεί σε προοδευτική απώλεια κινητικών και γνωστικών λειτουργιών. Η επιστημονική ομάδα, στην οποία συμμετείχαν οι Dr. Guy Shapira, Jason Blatt, Liri Guz και ο καθηγητής Noam Shomron, χρησιμοποίησε επικαιροποιημένα μέτρα αξιολόγησης που πλέον συνιστά ο αμερικανικός Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) για να επανεξετάσει τα δεδομένα της δοκιμής.
Η ξεχωριστή ανάλυση ανά φύλο αποκάλυψε άλλη εικόνα
Η αρχική κλινική δοκιμή είχε καταλήξει ότι το φάρμακο ήταν ασφαλές αλλά αναποτελεσματικό. Οι ερευνητές, όμως, διαχώρισαν τους άνδρες από τις γυναίκες συμμετέχοντες και επανεξέτασαν τα στοιχεία. Το αποτέλεσμα ήταν μια εντελώς διαφορετική εικόνα: στις γυναίκες η θεραπεία φάνηκε να διατηρεί βασικές κινητικές και λειτουργικές ικανότητες, όπως η ισορροπία, η λεπτή κινητικότητα και καθημερινές δραστηριότητες — από τη χρήση μαχαιροπίρουνων και το κούμπωμα ρούχων έως το πλύσιμο προσώπου και χεριών.
Παράλληλα, οι γυναίκες που έλαβαν αγωγή εμφάνισαν σημαντική βελτίωση σε γνωστικούς δείκτες, όπως οι γλωσσικές ικανότητες, η εργαζόμενη μνήμη και η συνολική γνωστική λειτουργία.
Τα μοτίβα της πρωτεΐνης tau διέφεραν ριζικά μεταξύ των δύο φύλων
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα ήταν οι μοριακές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η σχέση ανάμεσα στις ποσότητες παθολογικής tau στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό — έναν βιοδείκτη της νόσου — και στα κλινικά συμπτώματα ήταν πλήρως αντεστραμμένη ανάμεσα στα δύο φύλα. Για παράδειγμα, οι γλωσσικές ικανότητες μειώνονταν σημαντικά με την αύξηση της παθολογίας tau στις γυναίκες, αλλά όχι στους άνδρες. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι οι ίδιοι οι μηχανισμοί της νόσου ενδέχεται να λειτουργούν διαφορετικά ανάλογα με το φύλο.
«Τα δεδομένα μας δείχνουν ότι η χωριστή ανάλυση γυναικών και ανδρών δεν είναι απλώς μια στατιστική άσκηση, αλλά ένα ουσιώδες εργαλείο για την ανάπτυξη πιο αποτελεσματικών θεραπειών για τις νευροεκφυλιστικές παθήσεις του εγκεφάλου», αναφέρει η καθηγήτρια Gozes.
Γιατί έχει σημασία για τους ασθενείς και πέρα από την PSP
Το εύρημα εντάσσεται σε μια ευρύτερη συζήτηση στην ιατρική για την ανάγκη προσαρμογής των θεραπειών στα βιολογικά χαρακτηριστικά κάθε φύλου. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι μια θεραπεία που φαίνεται αναποτελεσματική όταν εξετάζεται συνολικά ενδέχεται να ωφελεί σαφώς μια συγκεκριμένη ομάδα ασθενών — κάτι που, όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, μπορεί να παραμείνει κρυμμένο αν αγνοηθούν οι διαφορές μεταξύ των φύλων.
Οι επιστήμονες θεωρούν ότι τα αποτελέσματα αποτελούν επιστημονική βάση για μελλοντικές κλινικές δοκιμές και για πρωτόκολλα θεραπείας σχεδιασμένα εξαρχής ώστε να λαμβάνουν υπόψη το φύλο των ασθενών, αξιολογώντας το Davunetide ως στοχευμένη θεραπεία για γυναίκες με PSP. Σύμφωνα με τους ίδιους, η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για πιο ακριβή φαρμακευτική αντιμετώπιση παθήσεων που σχετίζονται με την tau, συμπεριλαμβανομένης της πολύ συχνότερης νόσου Αλτσχάιμερ.
Η μελέτη υποστηρίχθηκε από την εταιρεία ExoNavis Therapeutics, η οποία αναπτύσσει το Davunetide για παθήσεις του εγκεφάλου κατόπιν άδειας από τη Ramot, την εταιρεία μεταφοράς τεχνολογίας του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ. Η καθηγήτρια Gozes είναι αντιπρόεδρος ανάπτυξης φαρμάκων της εταιρείας και ο Dr. Guy Shapira συμβουλευτικός στατιστικολόγος, ενώ τα αποτελέσματα επικυρώθηκαν ανεξάρτητα από επιπλέον στατιστικολόγους.
Πιστεύετε ότι η ιατρική θα έπρεπε να λαμβάνει πιο συστηματικά υπόψη τις διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα κατά τον σχεδιασμό των θεραπειών; Μοιραστείτε τη γνώμη σας στα σχόλια.






























