«Η κλιματική αλλαγή δεν επηρεάζει όλες τις διαρροϊκές νόσους με τον ίδιο τρόπο», τονίζει η Megan Kowalcyk, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης και ερευνήτρια στο Center for Vaccine Development and Global Health (CVD) της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ. Με αυτή τη διαπίστωση, μια νέα διεθνής έρευνα που δημοσιεύθηκε στο Nature Communications φωτίζει πώς η άνοδος της θερμοκρασίας και οι μεταβαλλόμενες βροχοπτώσεις αναδιαμορφώνουν τους κινδύνους διαρροϊκών ασθενειών στα παιδιά κάτω των πέντε ετών σε Μάλι, Κένυα και Γκάμπια, καθώς και πώς κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά.
- Οι ερευνητές ανέλυσαν πάνω από 9.300 περιστατικά μέτριας έως σοβαρής διάρροιας σε παιδιά κάτω των 5 ετών.
- Οι διαρροϊκές νόσοι είναι η τρίτη κύρια αιτία θανάτου σε παιδιά κάτω των 5 παγκοσμίως, σύμφωνα με τον ΠΟΥ.
- Παράγοντες όπως ο εμβολιασμός και η πρόσβαση σε μεταφορές μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο.
Η ομάδα του CVD μελέτησε τη σχέση ανάμεσα στους κλιματικούς παράγοντες και τέσσερα βασικά παθογόνα που προκαλούν διάρροια: το Cryptosporidium, τη Shigella, τον ροταϊό και το εντεροτοξινογόνο κολοβακτηρίδιο (ETEC). Τα δεδομένα προήλθαν από τη μεγάλης κλίμακας μελέτη Global Enteric Multicenter Study (GEMS) και τη συνέχειά της, Vaccine Impact on Diarrhea in Africa (VIDA).
Οι κλιματικοί παράγοντες διαφέρουν ανά περιοχή και παθογόνο
Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι κλιματικοί παράγοντες που καθορίζουν τον κίνδυνο ποικίλλουν σημαντικά ανάλογα με το παθογόνο και την τοποθεσία. Στην Κένυα, η θερμοκρασία συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον κίνδυνο για Shigella, Cryptosporidium και ETEC. Αντίθετα, στο Μάλι και στη Γκάμπια πιο καθοριστικές αποδείχθηκαν οι μεταβλητές που σχετίζονται με τις βροχοπτώσεις, οι οποίες επηρέαζαν τον ροταϊό, το Cryptosporidium και το ETEC.
Παρότι οι θερμοκρασίες αναμένεται να αυξηθούν δραστικά έως το 2055, οι ερευνητές σημειώνουν ότι η επίδραση στις βροχοπτώσεις και στην επίπτωση του Cryptosporidium παραμένει μέτρια και στις τρεις περιοχές μελέτης.
Η κοινωνική ανθεκτικότητα ως ασπίδα προστασίας
«Η έρευνα αυτή αναδεικνύει τη σημασία του να κοιτάμε πέρα από τις περιβαλλοντικές εκθέσεις και μόνο», δηλώνει ο Stefan Kappe, διευθυντής του CVD. «Η οικοδόμηση ανθεκτικότητας απέναντι στην κλιματική αλλαγή θα απαιτήσει έναν συνδυασμό παρεμβάσεων δημόσιας υγείας, βελτίωσης των υποδομών, οικονομικής ανάπτυξης και διευρυμένης πρόσβασης σε σωτήρια εμβόλια.»
Οι αναλύσεις έδειξαν ότι παράγοντες προσαρμοστικής ικανότητας μπορούν να τροποποιήσουν τον κίνδυνο νόσησης. Παιδιά που ζουν σε νοικοκυριά με πρόσβαση σε μεταφορικά μέσα, ηλεκτρικό ρεύμα ή τηλεόραση εμφάνισαν, γενικά, μειωμένο κίνδυνο για ορισμένα παθογόνα σε σύγκριση με εκείνα που στερούνταν αυτών των πόρων. Παράλληλα, η μελέτη προβλέπει ότι αν η πρόσβαση σε βελτιωμένο πόσιμο νερό μειωθεί, η επίπτωση του Cryptosporidium θα αυξηθεί σημαντικά σε μελλοντικά κλιματικά σενάρια — και το αντίστροφο.
Το γεγονός ότι κάτι όπως η πρόσβαση σε μεταφορές αποδείχθηκε προστατευτικό απέναντι σε ασθένειες που πυροδοτεί η κλιματική αλλαγή δείχνει ότι η κινητικότητα και η οικονομική σταθερότητα δεν είναι περιφερειακά ζητήματα, αλλά ενδεχομένως ουσιώδη για την προστασία ευάλωτων πληθυσμών.
Γιατί έχει σημασία για τη δημόσια υγεία
Οι διαρροϊκές νόσοι αποτελούν, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, την τρίτη κύρια αιτία θανάτου σε παιδιά κάτω των πέντε ετών παγκοσμίως και την πρώτη αιτία υποσιτισμού. Τα παθογόνα που τις προκαλούν —ιοί, βακτήρια και παράσιτα— ευδοκιμούν σε θερμότερα και υγρά κλίματα. Εκτιμάται ότι η διάρροια που θα οφείλεται στην κλιματική αλλαγή θα προκαλέσει επιπλέον 48.000 θανάτους παιδιών το 2030, κυρίως στην υποσαχάρια Αφρική και τη Νότια Ασία.
«Αυτού του είδους η μοντελοποίηση δίνει στους σχεδιαστές δημόσιας υγείας κάτι που σπάνια έχουν: μια εικόνα ανά περιοχή και ανά παθογόνο για το τι πραγματικά καθορίζει τον κίνδυνο», σημειώνει ο κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής του Μέριλαντ, Mark T. Gladwin. Πρόκειται για μια πρακτική διάσταση: γνωρίζοντας ποιος παράγοντας —θερμοκρασία, βροχή ή πρόσβαση σε νερό— οδηγεί κάθε νόσο σε κάθε τόπο, οι αρχές μπορούν να στοχεύσουν καλύτερα τις παρεμβάσεις, από τους εμβολιασμούς έως τα έργα υποδομής.
Τα ευρήματα προστίθενται σε προηγούμενες έρευνες που έχουν δείξει ότι η κλιματική αλλαγή μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τα ποσοστά διαρροϊκών ασθενειών σε κοινότητες με περιορισμένους πόρους. Μια δεύτερη μελέτη, με αρχική ανάλυση των ίδιων δεδομένων, δημοσιεύθηκε στο Journal of Infectious Diseases.
Πιστεύετε ότι οι στρατηγικές για το κλίμα πρέπει να ενσωματώνουν και μέτρα κοινωνικής και οικονομικής ανθεκτικότητας για την προστασία της υγείας των παιδιών; Μοιραστείτε την άποψή σας στα σχόλια.































