Στο επίκεντρο μιας νομικής αντιπαράθεσης, το Netflix ζητά πλέον από δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή δυσφήμισης που κατέθεσε εναντίον του η Τάιρα Μπανκς. Το γνωστό μοντέλο και παρουσιάστρια αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκε στο ντοκιμαντέρ «Reality Check: Inside America’s Next Top Model», που κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο και επανέφερε τη συζήτηση για το θρυλικό ριάλιτι μόδας. Την Παρασκευή 14 Αυγούστου, η πλατφόρμα κατέθεσε τα σχετικά έγγραφα, υποστηρίζοντας ότι οι ισχυρισμοί της «στερούνται βάσης από κάθε άποψη».
- Η Τάιρα Μπανκς κατέθεσε αγωγή δυσφήμισης εναντίον του Netflix τον Ιούνιο.
- Το Netflix κατέθεσε την Παρασκευή αίτημα απόρριψης, μιλώντας για «συνηθισμένες συντακτικές αποφάσεις».
- Η Μπανκς υποστηρίζει ότι από συνέντευξη τριάμισι ωρών χρησιμοποιήθηκαν μόλις 16 λεπτά.
Το ντοκιμαντέρ που αναζωπύρωσε τις επικρίσεις για το ANTM
Το «America’s Next Top Model» έκανε πρεμιέρα το 2003 στο τηλεοπτικό δίκτυο UPN, με την ίδια την Μπανκς να έχει προτείνει την ιδέα και να παρουσιάζει τους πρώτους 22 κύκλους. Η σειρά ντοκιμαντέρ του Netflix επανεξέτασε την κληρονομιά της εκπομπής, φέρνοντας στην επιφάνεια αμφιλεγόμενα περιστατικά και προκαλώντας νέο κύμα κριτικής.
Σύμφωνα με την αγωγή που κατατέθηκε τον Ιούνιο, η Μπανκs συμμετείχε στο ντοκιμαντέρ επειδή, όπως αναφέρει, «πίστευε ότι οι θεατές άξιζαν μια ειλικρινή συζήτηση για την κληρονομιά της εκπομπής — για τις επιτυχίες αλλά και τις αδυναμίες της». Δηλώνει ότι δεν έθεσε κανέναν περιορισμό ως προς τα θέματα για τα οποία θα μπορούσε να ερωτηθεί.
Τι υποστηρίζει η Τάιρα Μπανκς
Η βασική αιτίαση της Μπανκς είναι ότι από μια συνέντευξη διάρκειας άνω των τριών ωρών χρησιμοποιήθηκαν μόλις 16 λεπτά, με το μοντάζ να έχει γίνει, όπως ισχυρίζεται, με «επιλεκτικό μοντάζ, εσκεμμένες παραλείψεις και χειρουργική αλλοίωση». Αποσπάσματα της συνέντευξης, όπως αναφέρει, «απογυμνώθηκαν από το πλαίσιό τους και επανασυνδέθηκαν ώστε να υπηρετούν ένα ψευδές και συκοφαντικό αφήγημα».
Κεντρικό σημείο της διαμάχης αποτελεί το πώς εμφανίζεται η Μπανκς να αντιδρά στον ισχυρισμό της Σάντι Σάλιβαν, διαγωνιζόμενης στον δεύτερο κύκλο, ότι δεν προστατεύθηκε επαρκώς έπειτα από σεξουαλική επίθεση κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, στην οποία εμπλεκόταν ένας καλεσμένος. Στην αγωγή, η Μπανκς υποστηρίζει ότι το ντοκιμαντέρ αφήνει να εννοηθεί, μεταξύ άλλων, «ότι η κυρία Μπανκς επέτρεψε εν γνώσει της να υποστεί σεξουαλική επίθεση μια διαγωνιζόμενη» και ότι εκμεταλλεύτηκε το τραύμα της για λόγους τηλεθέασης.
Ένα από τα πιο επίμαχα στιγμιότυπα είναι εκείνο όπου η Μπανκς ρωτάται «Θυμάσαι την ιστορία με τη Σάντι;», απαντά «χμμ» και η οθόνη μαυρίζει — κάτι που, σύμφωνα με την αγωγή, δημιουργεί μια «καταστροφική και σκόπιμη» εντύπωση ότι δεν θυμόταν το περιστατικό.
Η απάντηση του Netflix: «Συνηθισμένες συντακτικές αποφάσεις»
Στο αίτημά του, το Netflix αντιτείνει ότι το ντοκιμαντέρ δείχνει ρητά τη Μπανκς να θυμάται: «Όταν η Μπανκς ρωτάται αν θυμάται την ιστορία της Σάλιβαν, το ντοκιμαντέρ δείχνει την απάντησή της: “Θυμάμαι την ιστορία της”. Ένα ντοκιμαντέρ που δείχνει ρητά τη Μπανκς να θυμάται δεν υπονοεί ότι ξέχασε».
Η πλατφόρμα υποστηρίζει επίσης ότι οι αιτιάσεις της αφορούν «συνηθισμένες συντακτικές αποφάσεις». Όπως αναφέρεται στο έγγραφο, μετά τη συνέντευξη η Μπανκς υπέγραψε συμφωνία που παραχωρούσε στους δημιουργούς το δικαίωμα να επεξεργαστούν το υλικό, αναγνωρίζοντας ότι δεν είχε «κανένα δικαίωμα να ελέγξει ή να εγκρίνει» το τελικό αποτέλεσμα και παραιτούμενη από αξιώσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων για δυσφήμιση.
Το Netflix θυμίζει ακόμη ότι η ίδια η Μπανκς «δημιούργησε, παρουσίασε και ήταν εκτελεστική παραγωγός 24 κύκλων του ANTM, λαμβάνοντας τα ίδια είδη συντακτικών αποφάσεων που τώρα προσβάλλει». Και προσθέτει: «Η διαφωνία της με το αποτέλεσμα δεν το καθιστά συκοφαντικό».
Εκπρόσωπος της πλατφόρμας δήλωσε ότι οι σκηνοθέτες Ντάνιελ Σιβάν και Μορ Λούσι «είναι καταξιωμένοι δημιουργοί ντοκιμαντέρ» και ότι στη Μπανκς «δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσει ανοιχτά για την εμπειρία της». Το Netflix ξεκαθάρισε ότι θα «υπερασπιστεί σθεναρά» τη σειρά και τους συντελεστές της.
Η υπόθεση αγγίζει ένα ζήτημα που ξεπερνά τα όρια του Χόλιγουντ και αφορά κάθε θεατή, και στην Ελλάδα: τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη νόμιμη συντακτική επιμέλεια ενός ντοκιμαντέρ και στη δυσφήμιση. Καθώς οι υπηρεσίες streaming επενδύουν ολοένα περισσότερο σε ντοκιμαντέρ που επανεξετάζουν πρόσωπα και γεγονότα του παρελθόντος, η κρίση του δικαστηρίου για το πού τελειώνει το «γεγονός» και πού αρχίζει το «αφήγημα» έχει σημασία για τον τρόπο με τον οποίο παρακολουθούμε τέτοιες παραγωγές.
Πιστεύετε ότι το μοντάζ ενός ντοκιμαντέρ μπορεί να διαστρεβλώσει την αλήθεια ή πρόκειται για θεμιτή συντακτική επιλογή; Μοιραστείτε τη γνώμη σας.































